ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΓΣΕΕ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΑ ΝΕΑ.

Προϋπολογισμός 2020: Αισιοδοξία, αβεβαιότητα, προβληματισμός
Γιάννης Παναγόπουλος
Πρόεδρος ΓΣΕΕ

Ο Προϋπολογισμός του 2020 έχει μια σημαντική ιδιαιτερότητα. Διαμορφώνει ένα πλαίσιο παρεμβάσεων στην οικονομία σε μια περίοδο όπου η χώρα μας θέλει να εξέλθει οριστικά από την οικονομική αστάθεια και την κρίση των τελευταίων χρόνων και να μεταβεί σε ένα νέο κύκλο οικονομικής και κοινωνικής σταθερότητας και ανάπτυξης. Η αξιολόγηση του προϋπολογισμού πρέπει συνεπώς να γίνει σε δύο επίπεδα, αυτό της αυστηρής τεχνικής ανάλυσης ως προς τη συνοχή του στη σχέση μέσων και στόχων, και αυτό της φιλοσοφίας του ως προς τη συμβολή του στον αναγκαίο μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας και στην άμβλυνση σοβαρών κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργήθηκαν μέσα στην κρίση. Ανάμεσα σε αυτά τα προβλήματα υπογραμμίζω τα πολύ υψηλά ποσοστά ανεργίας, φτώχειας και οικονομικής ανισότητας, τις χαμηλές αμοιβές και την εκτεταμένη εργασιακή επισφάλεια.
Πολύ συνοπτικά, και δεδομένου του πλέγματος κινδύνων και αβεβαιοτήτων που δημιουργούν οι διεθνείς οικονομικές και γεωπολιτικές εξελίξεις, ο προϋπολογισμός του 2020 δημιουργεί αισιοδοξία αφού θέτει ως βασικό στόχο του την επιτάχυνση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας και τη μείωση του φορολογικού βάρους. Την ίδια στιγμή δημιουργεί αβεβαιότητα γιατί η επίτευξη του στόχου της ανάπτυξης θα αφεθεί στο αναπτυξιακό αποτέλεσμα που θα επιφέρει η μείωση του φορολογικού βάρους στην οικονομία, και ειδικότερα στις επιχειρήσεις. Η μείωση της φορολογίας πράγματι καθίσταται επιτακτική λόγω της υπέρμετρα υψηλής επιβάρυνσης ειδικά των νοικοκυριών και των εργαζομένων κατά τη μνημονιακή περίοδο. Οι φοροελαφρύνσεις θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να βελτιώσουν τις συνθήκες ρευστότητας στην αγορά. Η υπόθεση όμως ότι η μείωση των φόρων θα μετασχηματιστεί σχεδόν αυτόματα από τις επιχειρήσεις σε αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων, και από τα νοικοκυριά σε αύξηση της κατανάλωσης ειδικά μέσα σε ένα περιβάλλον χρηματοδοτικών περιορισμών και υψηλών υποχρεώσεων είναι χαμηλής εμπιστοσύνης, όπως και η διεύρυνση της φορολογικής βάσης και των δημοσίων εσόδων με μέτρα προώθησης των ηλεκτρονικών συναλλαγών που θα περιορίσουν τη φοροδιαφυγή.
Αλλά ο προβληματισμός δεν περιορίζεται μόνο στο αβέβαιο αναπτυξιακό όφελος, επεκτείνεται και στην άνιση κατανομή του κοινωνικού οφέλους που προβλέπει ο προϋπολογισμός. Για τους μισθωτούς εργαζόμενους το προβλεπόμενο φορολογικό όφελος είναι μικρότερο από αυτό που εκτιμάται για το σύνολο των φυσικών προσώπων. Επίσης, αν θέλουμε να μετρήσουμε το πραγματικό κόστος ή όφελος που κομίζει ο Προϋπολογισμός για τα φυσικά πρόσωπα τότε πρέπει να εξετάσουμε το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα που περιλαμβάνει. Δηλαδή να συνυπολογίσουμε τις αλλαγές στους φόρους και τις αλλαγές στις κοινωνικές παροχές και τις μεταβιβάσεις. Θα δούμε τότε ότι το ισοζύγιο είναι ελλειμματικό για την κοινωνία.
Τα προαναφερόμενα δημιουργούν συνεπώς αβεβαιότητα και προβληματισμό ως προς τη δυναμική του προϋπολογισμού να δημιουργήσει ισχυρές προϋποθέσεις οικονομικής και κοινωνικής σταθερότητας και ανάπτυξης. Και αυτό όταν το αναπτυξιακό κενό της ελληνικής οικονομίας και το έλλειμμα ευημερίας συγκριτικά με την προ κρίσης περίοδο αλλά και με το μέσο όρο της Ευρωζώνης είναι πολύ υψηλό. Η εδραίωση βιώσιμων όσο και ισχυρών αναπτυξιακών προοπτικών απαιτεί έναν κρίσιμο όγκο νέων επενδύσεων στοχευμένων στην αναβάθμιση και στον εκσυγχρονισμό του εγχώριου παραγωγικού συστήματος. Στην κατεύθυνση αυτή η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων στο πλαίσιο μάλιστα ενός πράσινου αναπτυξιακού σχεδίου σε συνδυασμό με μια ουσιαστική μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των νοικοκυριών και των εργαζομένων θα μπορούσαν να δημιουργήσουν δυναμική μετάβασης σε ένα υψηλότερο συνδυασμό ανάπτυξης και κοινωνικής δικαιοσύνης.


Πηγή